
Με ιδιαίτερη θρησκευτική κατάνυξη εορτάστηκε η μνήμη του Αγίου Αλεξάνδρου Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως, στο ομώνυμο εκκλησάκι στο Νοσοκομείο Ναυπλίου.

























Όταν ο πρεσβύτερος Αλέξανδρος ήταν 63 ετών και αρκετά ώριμος πνευματικά, έκανε την εμφάνισή της η φοβερή αίρεση του αρειανισμού. Αιρεσιάρχης ο πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας Άρειος δίδασκε δόγματα βλάσφημα, τα οποία ανέτρεπαν ολόκληρο το θεολογικό οικοδόμημα της αρχαίας Εκκλησίας, με κυριότερη κακοδοξία, την άρνηση της θεότητας του ένσαρκου Λόγου του Θεού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. η αίρεση του αρειανισμού, απειλούσε την γνησιότητά της και αυτή ακόμη την ύπαρξή της Εκκλησίας. Για την αντιμετώπισή της συγκλήθηκε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος το 325 από τον πρώτο, μετέπειτα Χριστιανό, αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο, στη Νίκαια της Βηθυνίας.


Ο υπέργηρος και ασθενής Μητροφάνης έστειλε ως αντιπρόσωπό του στη Σύνοδο τον πρεσβύτερο Αλέξανδρο, ο οποίος αγωνίστηκε με σθένος κατά του αρειανισμού και υπέρ της Ορθοδοξίας. Συντάχτηκε με τους Ορθοδόξους Πατέρες (Αθανάσιο, Σπυρίδωνα, Νικόλαο, κ.α.) κατατροπώνοντας το φοβερό αιρεσιάρχη Άρειο. Μετά το πέρας της αγίας Συνόδου και τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας, ο Αλέξανδρος έσπευσε στην Κωνσταντινούπολη να αναγγείλει το πανευφρόσυνο γεγονός στον Μητροφάνη, ο οποίος τον περίμενε με αγωνία και αδιάκοπα προσευχόμενος. Τον υποδέχτηκε με δάκρυα χαράς και του ανέθεσε μεγάλη αποστολή σε διάφορες τοπικές Εκκλησίες, να μεταφέρει το χαρμόσυνο άγγελμα του θριάμβου της ορθοδόξου πίστεως. Αν και ήταν και ο ίδιος πια ηλικιωμένος (84 χρονών) περιόδευσε σε όλη την Ελλάδα, την Ιλλυρία (Αλβανία) και τη Σερβία και άλλες βαλκανικές χώρες, κάνοντας γνωστό το «Σύμβολο της Πίστεως», που είχε συντάξει η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος.


Εν τω μεταξύ ο αρχιεπίσκοπος Μητροφάνης βρισκόταν σε ηλικία 117 ετών, αρρώστησε βαριά και τον Ιούνιο του 325 κοιμήθηκε εν Κυρίω. Λίγο πριν είχε ζητήσει να τον διαδεχθεί στο θρόνο του ο πρεσβύτερος Αλέξανδρος, τον οποίο γνώριζε καλά και τον θεωρούσε άξιο διάδοχό του, στην επισκοπή του, η οποία είχε αναχθεί πια σε πρωτόθρονη Εκκλησία, λόγω ότι είχε γίνει η νέα πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους και είχε μετονομαστεί σε Νέα Ρώμη και Κωνσταντινούπολη, από το όνομα του κτήτορά της Μ. Κωνσταντίνο. Μάλιστα ο Μητροφάνης ζήτησε και τη γνώμη του Κωνσταντίνου για την επιλογή του Αλεξάνδρου, ο οποίος συμφώνησε μαζί του.


Ο Αλέξανδρος δέχτηκε με ταπείνωση, θεωρώντας το υψηλό του αξίωμα ως μια ακόμα διακονία στην Εκκλησία. Η λαμπρότητα της εξουσίας δεν τον άγγιξε, παραμένοντας ο ίδιος απλός ποιμένας της Εκκλησίας, διδάσκοντας, καταπολεμώντας τις πλάνες και ασκώντας την φιλανθρωπία. Υπηρέτησε την Εκκλησία, ως αρχιεπίσκοπος της Βασιλεύουσας, για δεκαπέντε χρόνια. Το 337, σε ηλικία 98 ετών, παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο, τον Οποίο αγάπησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του και υπηρέτησε με όλες του τις δυνάμεις ολόκληρη τη ζωή του. Η Εκκλησία, εκτιμώντας την αγία ζωή του και τις ανεκτίμητες υπηρεσίες του προς αυτήν, τον ανακήρυξε άγιο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 30 Αυγούστου, την ημέρα της οσιακής κοίμησής του.


Ο άγιος Αλέξανδρος αποτελεί πρότυπο επισκόπου και ποιμένα της Εκκλησίας μας. Παρέδωσε στο Θεό τον εαυτό του και ολόκληρη τη ζωή του, για να γίνει πιστός διάκονος του λαού του Θεού και συνειδητός εργάτης του Ευαγγελίου και της αλήθειας, η οποία είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Αγωνίστηκε κατά των αιρέσεων με συνέπεια, διότι θεωρούσε την πλάνη και την κακοδοξία ως ολέθριο δρόμο εξόδου από την Εκκλησία και αιτία απώλειας της σωτηρίας. Ο άγιος Αλέξανδρος, όπως και οι άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, δείχνουν το δρόμο που πρέπει να ακολουθούν και οι σημερινοί κληρικοί.